Σκέφτομαι ελεύθερα

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Εξωτερική πολιτική και ασφάλεια

12/7/2019

Επί της ουσίας – 4.2
Αν δε λυθούν αυτά, τίποτε δε λύνεται

Εξωτερική πολιτική και ασφάλεια


Δημήτρης Αποστολόπουλος
Ως συνέχεια του προηγούμενου άρθρου Επί της ουσίας-4.1, το παρόν πραγματεύεται την ισχυροποίηση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας. Η εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια, απασχολεί εξίσου, ως κρίσιμος παράγοντας, υπαρξιακού χαρακτήρα για τους Έλληνες και τη συνέχεια του έθνους μας.

Πως εξυπηρετείται το εθνικό συμφέρον;

Απαντώ λοιπόν, αναμφίβολα δια της ισχύος. Το δίκαιο, το οποίο και επικαλούμαστε, το έχουμε μεν με το μέρος μας έναντι του άρπαγος γείτονα,  κατ’ ουσία όμως δεν υφίσταται κάποια αρχή ή μηχανισμός, για να το επιβάλει. Ταυτόχρονα δε, ας μη λησμονούμε, ότι η Ελλάδα υφίσταται «πιέσεις» όχι μόνο εξ ανατολών, αλλά και από βορρά. Η βαλκανική «πυριτιδαποθήκη», ενδεχομένως να μας επιφυλάσσει εκπλήξεις στο ορατό μέλλον, δεδομένης της αστάθειας και του οξύτατου γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην ευρύτερη περιοχή μας. Πως λοιπόν, η Ελλάδα, διεκδικεί το δίκαιο και υπερασπίζεται το εθνικό συμφέρον, εν μέσω όλων αυτών των εξελίξεων. Πολλώ δε μάλλον, αν οι «αρμόδιοι» διεθνείς οργανισμοί αδιαφορούν ή αδυνατούν, ή ενίοτε δεν αποδεικνύουν εμπράκτως τις φιλικές προς το δίκαιο σχέσεις τους, εξυπηρετώντας και αυτοί κάποια συμφέροντα. 

Αν και θα έχει γίνει ήδη αντιληπτό, αναφέρομαι πάντως και ρητώς σε οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ και η ΕΕ. Δεν αναφέρομαι καν στο ΝΑΤΟ, διότι εν πολλοίς δεν έχει ρόλο επιδιαιτησίας, ιδιαίτερα δε στις διενέξεις μεταξύ των μελών του. Αφενός λοιπόν ο ΟΗΕ, στην πράξη, δεν αποτελεί παρά ένα είδος «διεθνούς ληξίαρχου», ο οποίος περιορίζεται στα καθήκοντα της απλής διαπίστωσης της γέννησης, του θανάτου ή της ονοματοθεσίας κρατών, εθνών ή άλλων «κοινοτήτων». Στην καλύτερη δε των περιπτώσεων, ενδεχομένως να  είναι χρήσιμος, ώστε οι μεγάλοι παίκτες να μην «καταστρατηγούν» τις μεταξύ τους εις Γιάλτα, ή και αλλού συμφωνίες.

Αφετέρου, η ΕΕ, η οποία όπως έχω και αλλού γράψει, όχι μόνο δεν πρόκειται να σταθεί ουσιαστικά ως αρωγός στους «εταίρους» (Ελλάδα, Κύπρος), αλλά ενδέχεται κατά την άποψη του αδαούς γράφοντος, να αποδειχτεί «δούρειος ίππος». Το τελευταίο, αν και πιθανόν να εκληφθεί ως  υπερβολικό, το εννοώ ακριβώς και κατά κυριολεξία, ιδιαίτερα δε σε ό,τι αφορά τον πιο σκληρό πυρήνα του εθνικού μας συμφέροντος, δηλαδή τα θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Με άλλες λέξεις, ακολουθώντας το παράδειγμα των «προστάτιδων» δυνάμεων άλλων εποχών, η (γερμανική) ΕΕ ελέγχει σήμερα την Ελλάδα. Δια της οικονομίας δηλαδή (χρέος, δάνεια κτλ), στερεί ουσιαστικά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους. Αλλά, αν τούτο είναι αληθές, θα ήμουν αφελής τουλάχιστον, αν δεν αντιλαμβανόμουν ότι η οικονομική εξάρτηση από το δανειστή, είναι δυνατό να οδηγήσει έμμεσα σε απώλειες άλλου είδους. Εν τέλει λοιπόν, δυνητικά οδηγούμαστε ακόμα και σε εδαφικές απώλειες. Τούτο ισχύει χωρίς υπερβολή, διότι, η ασφυκτική πίεση του γερμανικών συμφερόντων δανειστή μας, έχει επιβάλει εκτός των άλλων και την περικοπή των αμυντικών δαπανών μας, σε βαθμό εξαιρετικά επικίνδυνο. Η διαπίστωση δε αυτή (για το μέγεθος των περικοπών), δεν είναι δική μου, αλλά υποστηρίζεται από την ανοιχτή επιστολή δέκα απόστρατων ανώτατων αξιωματικών στην  Καθημερινή Ας τεθεί λοιπόν και η γερμανική περίπτωση, ως ένας άλλος άπληστος άρπαγας, προφανώς καθοδηγούμενος από το αντίστοιχο, δικό του εθνικό συμφέρον.

Αλλά, αρκεί και αν απλώς ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, τα πραγματικά περιστατικά και τις μέχρι σήμερα εμπειρίες μας ως κράτος, οι οποίες και δεν χρήζουν άλλης υποστήριξης περί της αδυναμίας επιβολής του (διεθνούς) δικαίου. Αρκεί επομένως, να έχουμε πάντοτε κατά νου, τα όσα διδάσκει ο Θουκυδίδης διαχρονικά σε όλους τους ισχυρούς του πλανήτη, ακόμα δε και στις σημερινές υπερδυνάμεις. Δίκαιο λοιπόν, ας αναζητηθεί μόνο μεταξύ κρατών ίσης ισχύος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του. 



Συνεπώς, είναι φανερό ότι δεν υφίσταται για την Ελλάδα άλλος τρόπος να υποστηρίξει το εθνικό συμφέρον, πλην της ισχύος. Τούτο με απλά λόγια σημαίνει, ισχυροποίηση της χώρας και της διεθνούς θέσης της, με κάθε πρόσφορο τρόπο. Κατόπιν δε αυτής μου της δήλωσης, ας μη βιαστούν κάποιοι, να με χαρακτηρίσουν «Ελληνάρα» ή πολεμοκάπηλο, διότι η ισχύς δεν είναι ζητούμενο προκειμένου να επιδιώξουμε τον πόλεμο. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς το ισχυρό κράτος, εμπνέει αξιοπιστία και σεβασμό μεταξύ εχθρών και φίλων, πείθοντας αλλήλους για την αποτρεπτική του ικανότητα και αποφασιστικότητα.

Επομένως, μάλλον ένα αδύνατο κράτος κινδυνεύει περισσότερο να δεχτεί επίθεση, παρά ένα ισχυρό. Στην ακραία μάλιστα εκδοχή του κατευνασμού, αν ο θιγόμενος υποχωρεί συνεχώς, προκειμένου να αποφύγει τον πόλεμο με κάθε κόστος, τότε το κόστος θα είναι οι βαρύτατες εθνικές απώλειες, ακόμα και χωρίς να «πέσει μια σφαίρα». Πάντως, τούτο δε σημαίνει, ότι ο υποχωρών αποφεύγει τελικά τον πόλεμο, διότι ο αντίπαλος ενδέχεται και να δει ως «ευκαιρία» την εκδήλωση αδυναμίας. Αυτό επιθυμούμε λοιπόν οι Έλληνες ως έθνος, ή εν τέλει, πόσοι εξ ημών ίσως εξακολουθούν να παραμένουν αδιάφοροι;

Ως προέκταση της προηγούμενης σκέψης μου, θεωρώ  πολύ κακή την ιδέα της αδράνειας και την επιλογή του να συρόμαστε από τα γεγονότα. Να περιμένουμε δηλαδή να δράσει ο εχθρός, ώστε να αντιδράσουμε ανάλογα. Η ορθή λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, στάση είναι να δράσουμε από τώρα, ενισχύοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη χώρα, σε όλα τα επίπεδα. Με άλλα λόγια, όπως τονίζω συνεχώς, οφείλουμε να προβλέψουμε τα γεγονότα και να σχεδιάσουμε μεν με ορθολογισμό, παράλληλα δε να υλοποιήσουμε μια στρατηγική με συνέπεια. Επιπλέον, επειδή το έχω ήδη πράξει στα προηγούμενα άρθρα μου, δεν είναι αναγκαίο να αναφερθώ αναλυτικά εδώ στις παραμέτρους της ισχύος. Επιγραμματικά μόνο εξηγώ, τι εννοώ με τον όρο ισχύς.

Ως συνιστώσες μιας κοινής συνισταμένης, η εύρωστη και υγιής οικονομία, η δημογραφική ενίσχυση, η κατάλληλη εξοπλιστική θωράκιση και εν γένει στρατιωτική δομή, η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, η αξιοπιστία και ευελιξία του συνολικού κρατικού μηχανισμού, η καθιέρωση σύγχρονων μεθόδων στη λήψη αποφάσεων, ο μηχανισμός και οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια, η εθνική και κοινωνική συνοχή, η επίδειξη ομόνοιας και αποφασιστικότητας από πλευράς του πολιτικού κόσμου, η ενίσχυση του φρονήματος των Ελλήνων και της εθνικής τους συνείδησης, η συστηματική ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας μας και η διαφύλαξη της γλώσσας και πολλά ακόμα μπορούν να προταθούν ως συντελεστές συμβάλλοντες στη δημιουργία ισχύος με ευρεία έννοια.

Υπό τον όρο, πως όλα τα προηγούμενα, δεν θα αποτελέσουν ωραία λόγια ή απλές εξαγγελίες, αλλά θα μελετηθούν κατάλληλα  και θα εφαρμοστούν συστηματικά και με μακροχρόνια συνέπεια, έχουμε πολύ αυξημένες πιθανότητες να επιτύχουμε. Τούτο βέβαια, προϋποθέτει, ειλικρινή προσανατολισμό της πολιτικής ελίτ στο εθνικό συμφέρον και όχι στο κομματικό. Υλοποιείται δε, μέσω της προσήλωσης στους εθνικούς σκοπούς και της χρηστής διοίκησης και διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Ως παράδειγμα και μόνο, ενδεικτικά αναφέρω, ότι κατάλληλος εξοπλισμός του στρατεύματος, δε σημαίνει κατ’ ανάγκη την αγορά πανάκριβων οπλικών συστημάτων.  Δεν επεκτείνομαι άλλο σε αυτό, αποφεύγοντας την τεχνική ανάλυση του ζητήματος, την οποία και δεν είμαι σε θέση να κάνω. Όμως, είμαι βέβαιος ότι οι ειδικοί επί του θέματος (στρατιωτικοί και άλλοι), γνωρίζουν πως οι ένοπλες δυνάμεις θα εξοπλιστούν κατάλληλα. 

Άλλωστε, η Ελλάδα έχει (λογικά) στόχο τη βέλτιστη χρήση των πόρων σε κάθε περίπτωση (εδώ εξοπλισμούς). Επομένως, αναζητά τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα των όπλων, με τους υπάρχοντες πόρους. Αν οι πόροι αυξάνονται, ενδεχομένως να γίνονται και πιο ακριβές αγορές, εφόσον αυτές χρειάζονται. Πάντως, ειδικά σήμερα, δεν υπάρχει η πολυτέλεια της εξοπλιστικής διπλωματίας, ώστε να μεταφέρονται αλόγιστα πολύτιμοι πόροι στο εξωτερικό. Εξάλλου, επειδή η χώρα, εκ της γεωπολιτικής πραγματικότητας, οφείλει να προετοιμάζεται, πρέπει να αντιμετωπιστεί το θέμα της αμυντικής βιομηχανίας με σοβαρότητα. Ας δουν λοιπόν οι αρμόδιοι, πως θα συνεργαστούν τα πανεπιστήμια με τη βιομηχανία και πως θα αξιοποιηθούν τα πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα.  Ως ένα παράδειγμα, αναφέρω την ανάγκη να αξιοποιηθούν τα ναυπηγεία, σε μια χώρα που είναι περισσότερο θάλασσα, παρά ξηρά.

Αναμφίβολα, η ισχύς εξαρτάται και από άλλες συνισταμένες, οι οποίες είναι η κλασικώς νοούμενη διπλωματία, οι συμμαχίες και λοιπές συνεργασίες με άλλα κράτη. Όπως έχει ήδη καταστεί σαφές, η Ελλάδα δεν είναι δυνατό να βασιστεί στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες απειλές. Επομένως, είναι ανάγκη κατ’ αρχήν να διατηρούνται καλές διμερείς σχέσεις στο εξωτερικό, ιδιαίτερα δε με τις χώρες της περιοχής μας. Είναι σαφές ότι, οι μεγαλύτεροι παίκτες και δη η υπερδύναμη, επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους κεντρικό ρόλο και στην περιοχή μας. Άλλωστε, οι λόγοι που προκαλούσαν ανέκαθεν το ενδιαφέρον τους γι’ αυτήν (Α Μεσόγειος), δεν έχουν εκλείψει. Αντίθετα, σήμερα βλέπουμε στην περιοχή να «προστίθεται αξία», μέσω της ενεργειακής της αναβάθμισης.

Αντίστοιχα, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη συγκράτηση της Τουρκίας στο δυτικό «στρατόπεδο», αναμένω επίσης να διατηρηθεί. Ανεξάρτητα δηλαδή, του αν θα επιβληθούν κάποιες κυρώσεις λόγω των S-400, η Ουάσιγκτον θα εξακολουθήσει να ενδιαφέρεται για τον τουρκικό χώρο. Ο λόγος είναι πολύ απλός, ο μικρασιατικός χώρος είναι ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής (πάγιας) στρατηγικής στην περιοχή. Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να προσεγγίσει με ιδιαίτερη προσοχή τις διμερείς της σχέσης με τις ΗΠΑ. Κατά τη γνώμη μου, η πλέον παραγωγική στάση θα ήταν, να μην παρασυρθεί από εξελίξεις πρόσκαιρου χαρακτήρα. Ταυτόχρονα δε, πιθανόν να δοθούν και οι ευκαιρίες ώστε, να επιδιώξει κατά το δυνατό, μόνιμα οφέλη εκ της αμερικανοτουρκικής «κρίσης».  

Παράλληλα, θα πρέπει να διατηρηθεί μια αξιόπιστη στάση μας στις λεγόμενες τριμερείς συνεργασίες (Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ κτλ). Προδήλως, κάθε συνεργασία ή συμμαχία, έχει έννοια εφόσον εξυπηρετεί τα κοινά συμφέροντα, των συμβαλλομένων. Επομένως, κατόπιν της σχετικής ανάλυσης, εντοπίζονται ποια είναι τα (κοινά) εκείνα συμφέροντα, τα οποία είναι ικανά να διατηρήσουν τις συνεργασίες και πόση βαρύτητα έχουν αυτά για την κάθε χώρα. Εξ αυτού υποθέτω, θα προκύψει και η μορφή και το βάθος κάθε συνεργασίας. Αν δηλαδή, θα πρόκειται απλώς για συνεργασίες με αφορμή τους υδρογονάνθρακες, οικονομικού κυρίως χαρακτήρα, ή αν θα εξελιχτούν σε κάτι περισσότερο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία στο ότι, το οικονομικό σκέλος της συνεργασίας καθαυτό, έχει να προσφέρει πολλά στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να σταθμιστεί και κατά πόσο είναι εφικτή μια στενά οικονομική συνεργασία, χωρίς την υποστήριξη αυτής με στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα. Δεδομένης δηλαδή, τόσο της τουρκικής συμπεριφοράς, όσο και της δυναμικής υπερσυγκέντρωσης «ενδιαφερομένων» στην περιοχή, μήπως είναι επιβεβλημένη και η στρατιωτική και αμυντική συμμαχία.

Αλλά, ακόμα κι αν η χώρα συνάψει μια αμυντική συμμαχία με στενή έννοια, τι θα πρέπει να αναμένει από αυτή; Αναμφισβήτητα, δε θα πρέπει  να «επαναπαύεται»  σ’ αυτή. Επιπλέον όμως, ας μην αναμένει καν την τήρησή της από τους συμμάχους, αν η ίδια δεν πείθει για την ισχύ και την αποφασιστικότητά της. Με άλλα λόγια, γιατί ένας σύμμαχος να προστρέξει σε βοήθειά μας, αν εμείς οι ίδιοι δεν δείχνουμε ικανοί και αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε τη χώρα μας; Παράλληλα, ας μην παραβλέπεται και το γεγονός ότι, οι συμμαχίες περιλαμβάνουν αμφοτεροβαρείς υποχρεώσεις. Επομένως, πέραν κάθε συμβατικής υποχρέωσής μας, οι σύμμαχοί μας θα πρέπει να είναι, τοις πράγμασι, πεπεισμένοι για τη δική μας συνδρομή. Αν και εφόσον δηλαδή, καταστεί αναγκαία η δική μας στρατιωτική συνδρομή προς τους συμμάχους μας. Φυσικά, μια χώρα αδύναμη και υποχωρητική, ενώπιον του άμεσου προς αυτήν κινδύνου, δεν πείθει ότι θα προστρέξει σε βοήθεια του συμμάχου της, εφόσον εκείνος βρεθεί υπό απειλή.

Όπως λοιπόν, έχει πολλές φορές δηλωθεί, είναι για πολλούς λόγους προφανές ότι, θα ήταν το πλέον «φρόνιμο» αν αναμέναμε το χειρότερο σενάριο. Να είμαστε δηλαδή μόνοι μας, την κρίσιμη ώρα. Συνεπώς, με συμμαχίες ή χωρίς, αρκούν μόνο δύο λέξεις για να περιγράψουν το δέον γενέσθαι, ισχύς και αποφασιστικότητα. Βέβαια, το τι σημαίνουν και πως εξασφαλίζονται αυτές, ας το δουν οι ειδικοί και οπωσδήποτε οι αρμόδιοι και υπεύθυνοι προς τούτο. Από την πλευρά μου, θα τονίσω για πολλοστή φορά, την ανάγκη σχεδιασμού με σοβαρότητα, σύστημα και μακρόπνοο χαρακτήρα. Όταν πρόκειται δε, για τα υπό συζήτηση θέματα, να τονιστεί και υπογραμμιστεί πολλαπλώς, η προσδιδόμενη έμφαση.

Αλλά, θα ήταν σοβαρή παράλειψη, αν δε γινόταν αναφορά και σε ορισμένες άλλες παραμέτρους, φαινομενικά άσχετες με το θέμα. Η πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει ώστε, οι νέοι και η κοινωνία ευρύτερα, να έχουμε συναίσθηση σε ατομικό επίπεδο του χρέους καθενός μας, έναντι του έθνους. Φυσικά, τούτο δεν προκύπτει με κάποιο νόμο ή άλλη διαταγή. Εμπνέεται όμως, σταδιακά και με συστηματική και σταθερή διαδικασία, τόσο στα σχολεία, όσο και αλλού. Ο παραδοσιακός ατομισμός του Έλληνα, ενισχυμένος περαιτέρω από την ξενομανία μας, πρέπει νομίζω με έναν τρόπο να περιοριστούν.

Αν οι Έλληνες, δεν ενδιαφέρονται για το κοινό (εθνικό) συμφέρον, αν δε γνωρίζουν επαρκώς την ιστορία τους τουλάχιστον, αν η γλώσσα τους αλλοιώνεται συνεχώς, αν απωλέσουν γενικά την εθνική τους συνείδηση, τότε που οδηγούμαστε; Πάντως, με μια τέτοια δεδομένη εικόνα, θα πρέπει να έχουμε μειωμένες προσδοκίες, ως προς την εμπεδωμένη στον καθένα μας συναίσθηση του χρέους έναντι των προγόνων και των μελλοντικών γενεών, ώστε να υπερασπιστούμε την πατρίδα, πάση θυσία.

Επιπλέον, είναι κοινός τόπος, το ότι στο σημερινό κόσμο πολλαπλασιάζονται και οι πιθανές εστίες, εσωτερικών απειλών. Οι τελευταίες προσλαμβάνουν ποικίλες και νέες μορφές,  συνεπώς χρήζουν και μιας άλλης, αντίστοιχα νέας αντιμετώπισης. Ως βασικότερες από αυτές, διακρίνω, το διεθνές και οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατία και την ανεξέλεγκτη μεταναστευτική ροή στο μέτρο που αυτή απειλή την εσωτερική ασφάλεια. Αλλά, ας είμαστε προετοιμασμένοι και  για πιθανές ασύμμετρες και υβριδικού τύπου επιθετικές ενέργειες, στο εσωτερικό της χώρας. Είναι δηλαδή πιθανό, οι γνωστοί εχθροί της χώρας, να χρησιμοποιήσουν μη (κλασσικά) πολεμικά μέσα, ώστε να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές ή και αποσταθεροποίηση. Τέτοιες ενέργειες πάντως, δεν αποκλείεται να αποτελούν και προπαρασκευή, προ του κανονικού πολέμου.

Είναι φανερό πάντως, πως καθίσταται αδύνατο όλα τα προηγούμενα, να αντιμετωπιστούν με μεθόδους του προηγούμενου αιώνα. Ταυτόχρονα, το λεγόμενο μικρότερο έγκλημα (διαρρήξεις, αρπαγές κτλ), λαμβάνει έναν πιο επικίνδυνο χαρακτήρα και πολλαπλασιάζεται σε αριθμό κρουσμάτων. Όμως και αυτό επηρεάζει εξίσου, αν όχι σε μεγαλύτερο βαθμό, την καθημερινότητα και εν τέλει την ποιότητα ζωής του πολίτη. Συνεπώς, οι κατάλληλα οργανωμένες υπηρεσίες κατά του εγκλήματος πάσης μορφής, εφοδιασμένες με κατάλληλα μέσα και εκπαιδευμένο προσωπικό, αυτονόητα είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Τέλος, το σύνολο των προηγούμενων, δεν επιδέχεται μικροκομματικής προσέγγισης, έχει δε και χαρακτήρα κατεπείγοντος. Τούτο φυσικά, δε σημαίνει ο εκάστοτε αρμόδιος υπουργός να σπεύσει σε λύσεις-πασαλείμματα, ή να «εξαφανίσει» το όποιο πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί. Ενδεχομένως βέβαια κατά περίπτωση, να απαιτείται η λήψη κάποιων άμεσων μέτρων. Φυσικό είναι να ληφθούν και τέτοια μέτρα, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, όταν αυτό επιβάλλεται εκ των πραγμάτων, όμως υπό έναν όρο. Ο χρόνος που πιθανόν να κερδίσουμε ως κράτος, με τη βοήθεια του προσωρινού, να αξιοποιηθεί επιτέλους με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Με άλλα λόγια, ο όσος χρόνος μας απομένει διαθέσιμος, αν αυτός υπάρχει, να αφιερωθεί στο στρατηγικό σχεδιασμό και την εθνική συνεννόηση, ώστε να δοθούν οριστικές και πάγιες απαντήσεις. Τότε μόνο, θα γνωρίζουμε τι θέλουμε εμείς οι ίδιοι ως έθνος-κράτος, αλλά και πως το επιδιώκουμε.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας στο λευκό κουτί και αν θέλετε να ειδοποιηθείτε για την απάντηση τσεκάρετε το κουτάκι "Να λαμβάνω ειδοποιήσεις".